Σάββατο, 6 Αυγούστου 2016

Στην άκρη της νύχτας

Γέμισαν τα δειλινά τον αέρα
με τ' άρωμα του ήλιου 
που πήγε να πνιγεί
πίσω απ' των αιώνων το λαμπρό νεκροταφείο
ήσυχα κι άτολμα
σαν να 'ταν άλλη μια μέρα
μα ήταν άλλη μια μέρα.
Εμετοί και δυό ζαλισμένες γυναίκες
περπατούσαν στον κήπο
μπροστά στη σκυφτή γιαγιάκα  
που πάντα παραπονιέται
γιατί τα ξερά κλαδιά δεν τα κόβουν άλλοι.
Αφήνοντας τον καπνό να βγει νωχελικά
τα χείλη μοιάζουν μεγαλειώδη
έτοιμα να γεννήσουν τα πιο όμορφα παιδιά
τα πιο σκασμένα κι αντιδραστικά
μα εκτός του καπνού άφησαν λίγο σάλιο
να φανεί σαν σταλαγμίτης βαθιάς τρέλας.
Τέτοιες ώρες σκέφτεται τον Σελίν
ανυπομονεί να πάει να τον βρει
στην άλλη άκρη του ηλιοβασιλέματος
να πάθουν μια υστερία μπροστά στην ύπαρξη
να του πει πως είναι κι αυτή βαθιά μέσα στη νύχτα.